Ήταν 1:23 τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986, όταν στον πυρηνικό σταθμό «Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν», κοντά στην πόλη Πρίπιατ, μια αλυσίδα λανθασμένων χειρισμών και τεχνικών αδυναμιών οδήγησε στο αδιανόητο. Κατά τη διάρκεια ενός πειράματος ασφαλείας, οι μηχανικοί απενεργοποίησαν κρίσιμα συστήματα προστασίας, αφήνοντας τον αντιδραστήρα να λειτουργεί σε εξαιρετικά ασταθείς συνθήκες στον πυρηνικό σταθμό του Τσέρνομπιλ.
Μέσα σε δευτερόλεπτα, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Δύο ισχυρές εκρήξεις τίναξαν στον αέρα το κάλυμμα του αντιδραστήρα, βάρους 1000 τόνων, και μια πύρινη στήλη ραδιενέργειας υψώθηκε στον ουρανό. Για δέκα ημέρες, το κατεστραμμένο πυρηνικό καύσιμο συνέχισε να καίγεται, απελευθερώνοντας στην ατμόσφαιρα ραδιενεργά υλικά σε ποσότητες που συγκρίνονται με εκατοντάδες ατομικές βόμβες.
Το ραδιενεργό νέφος δεν γνώριζε σύνορα. Από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, φτάνοντας μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο.
Τα πρώτα 24ωρα το καθεστώς της ΕΣΣΔ αρνείται τα πάντα, αλλά όταν σταθμοί παρατήρησης στη Σουηδία καταγράφουν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας, ζητούνται εξηγήσεις και οι Σοβιετικοί αναγκάζονται να παραδεχτούν «ένα μικρό ατύχημα». Η πραγματικότητα, ήταν δραματικά διαφορετική.
Η περιοχή εκκενώθηκε εσπευσμένα. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, πολλοί από αυτούς για πάντα. Οι λεγόμενοι «liquidators» – πυροσβέστες, στρατιώτες και εργάτες – ρίχτηκαν στη μάχη με τη ραδιενέργεια, συχνά χωρίς επαρκή προστασία, πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Το Τσέρνομπιλ επέφερε μεγάλο αριθμό θανάτων, μόνο τους πρώτους μήνες περί τις 31 απώλειες εργατών και πυροσβεστών, ενώ υπολογίζονται σε χιλιάδες μακροπρόθεσμα, οδήγησε στον εκτοπισμό, λόγω εκκενώσεων, εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και στη δημιουργία ενός κύματος πανικού που σκέπασε την Ευρώπη, κατά κάποιους, βαρύτερα κι από το ίδιο το ραδιενεργό νέφος.

Το μοιραίο εργοστάσιο του Τσέρνομπιλ έκλεισε οριστικά τον Δεκέμβριο του 2000, ύστερα από διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε η κυβέρνηση της Ουκρανίας και υπό το φόβο νέων πιθανών εκρήξεων στους πεπαλαιωμένους αντιδραστήρες του.
Το νέφος φτάνει στην Ελλάδα
Στις 5 Μαΐου του 1986 το νέφος έφτασε και στην Ελλάδα, προκαλώντας τρομακτική αναστάτωση και ακραίες αντιδράσεις. Δημοσιεύματα, αλλά και τοποθετήσεις κρατικών φορέων, «πυροδότησαν» μεγάλη ανησυχία για την ασφάλεια των τροφίμων, κυρίως των γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά και των φρούτων και λαχανικών. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, από τον Μάιο του 1986 και μέχρι τον Μάιο του επόμενου έτους, στην Ελλάδα καταγράφηκαν πάνω από 1.500 έως και 2.500 εκτρώσεις, υπό τον φόβο τερατογενέσεων, λόγω ακτινοβολίας.
Ωστόσο, οι επιστημονικές μετρήσεις που ακολούθησαν έδειξαν μια πιο σύνθετη εικόνα.
Όπως εξηγούν ειδικοί του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, τα ίχνη ραδιενέργειας πράγματι έφτασαν στη χώρα, αλλά σε επίπεδα που δεν θεωρήθηκαν επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, η ακαδημαϊκή κοινότητα, παρά τα λιγοστά της μέσα, ανέλαβε δράση για να δώσει απαντήσεις. Ο τότε καθηγητής του ΕΜΠ, κ. Σιμόπουλος, ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια χαρτογράφησης της χώρας.
«Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ο τότε καθηγητής μας, που δυστυχώς δεν είναι μαζί μας σήμερα, ο κ. Σιμόπουλος, ξεκίνησε να κάνει μια έρευνα να βρει σε ποιες περιοχές της Ελλάδος έχει πέσει υλικό από το Τσέρνομπιλ. Πήγε σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και μέτρησε δείγματα εδάφους. Πήρε 1.500 δείγματα, τα οποία έφτασαν στο εργαστήριο. Από τον Σεπτέμβριο του 1986 εμείς είχαμε την αποτύπωση της χώρας» προσθέτει ο καθηγητής.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας σχεδόν το 1% της Ελλάδας, 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μολύνθηκαν από τη ραδιενέργεια του Τσέρνομπιλ. Η… λεζάντα ακούγεται τρομακτική, όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Αντίθετα, η πραγματική τραγωδία για την Ελλάδα διαδραματίστηκε στα χειρουργεία. «Δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά [σ.σ. τερατογενέσεις] και δυστυχώς το πλήρωσε η χώρα με πάρα πολλές εκτρώσεις, οι οποίες δεν έπρεπε να γίνουν σε καμία περίπτωση» προσθέτει.

Η Αρχή πυρηνικής ασφάλειας και ακτινοπροστασίας (ASNR) διαπίστωσε παρουσία ραδιενέργειας «υψηλότερη από αλλού» στα εδάφη, σε χορτολιβαδικές εκτάσεις και σε ορισμένα τρόφιμα όπως το γάλα, τα τυριά και το βόειο κρέας, που προέρχονται από «ζώνες υψηλής παραμονής (ραδιενέργειας)» που βρίσκονται στη μητροπολιτική Γαλλία.
Ο αιώνιος φόβος: Μπορεί να ξανασυμβεί;
Το Τσέρνομπιλ δεν ήταν μόνο ένα τεχνολογικό ατύχημα, έγινε και κοινωνικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, η έλλειψη πληροφόρησης και η πολιτική πόλωση γέννησαν ακραίες αντιδράσεις: από πλήρη άρνηση του κινδύνου μέχρι πανικό χωρίς επιστημονική βάση.
Το ερώτημα παραμένει επίκαιρο: θα μπορούσε να επαναληφθεί ένα τέτοιο ατύχημα;
Οι ειδικοί εμφανίζονται καθησυχαστικοί. Η πυρηνική τεχνολογία έχει εξελιχθεί σημαντικά από το 1986. Οι σύγχρονοι αντιδραστήρες διαθέτουν πολλαπλά επίπεδα ασφαλείας και δεν χρησιμοποιούν εύφλεκτα υλικά όπως ο γραφίτης, που συνέβαλε καθοριστικά στη φωτιά του Τσέρνομπιλ.
Ατυχήματα όπως αυτό της πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα δείχνουν ότι οι κίνδυνοι δεν έχουν εξαλειφθεί – αλλά η φύση και η κλίμακά τους έχουν αλλάξει.
Σήμερα, η «ζώνη αποκλεισμού» γύρω από το Τσέρνομπιλ παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακατοίκητη. Η φύση έχει επιστρέψει δειλά, καλύπτοντας τα ερείπια με ένα παράξενο πέπλο ζωής. Όμως η ραδιενέργεια εξακολουθεί να υπάρχει – αόρατη, σιωπηλή, επίμονη.














