Στο 68% της μέσης αγοραστικής δύναμης στην Ευρώπη κατατάσσεται η Ελλάδα σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που εξέδωσε η Eurostat, μία επίδοση που πλέον μας κατατάσσει στην τελευταία θέση της Ευρώπης με «συγκάτοικο» την Βουλγαρία που έχει ακριβώς το ίδιο ποσοστό με εμάς στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Δηλαδή μέσα σε έναν χρόνο από την προτελευταία θέση (είχαμε 69%) κατορθώσαμε να πιάσουμε «πάτο» σε έναν ακόμα ευρωπαϊκό δείκτη ο οποίος μάλιστα είναι από αυτούς που «πονάνε» περισσότερο καθώς έχουν να κάνουν με το άμεσο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Και το χειρότερο είναι ότι αφού η Ελλάδα έχει πτωτική τάση το πιθανότερο είναι ότι η επόμενη καταμέτρηση θα μας βρει μόνους (κι έρημους) στην τελευταία θέση με τη Βουλγαρία να είναι πλέον από πάνω μας καθώς αυτή ανέβηκε από το 66% πέρυσι στο 68% φέτος δείχνοντας ανοδικές τάσεις
Πρόκειται αναμφίβολα για μία πολύ δύσκολη «κατάκτηση» αν αναλογιστεί κανείς ότι στα μέσα της δεκαετίας του 2000 (πριν από την κρίση φυσικά) βρισκόμασταν στο…98% του μέσου ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Επίσης το 2019 και παρά το γεγονός ότι τότε η χώρα είχε μόλις αρχίσει να ανακάμπτει από τις διαδοχικές κρίσεις είμασταν τρίτοι από το τέλος κάτι που δείχνει ότι το πορτοφόλι των Ελλήνων «ματώνει» κάθε χρόνο και περισσότερο παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ αυξάνεται και η ανεργία μειώνεται.
Είναι δηλαδή κάτι παραπάνω από προφανές ότι για την εξέλιξη αυτή βασική υπαίτιος δεν είναι άλλη από την ακρίβεια που στην Ελλάδα γιγαντώνεται με ρυθμούς πολύ μεγαλύτερους από τον άλλων χωρών.
Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο μελανή αν δούμε πού βρίσκονται χώρες της άμεσης γειτονιάς μας που στο παρελθόν τις υποτιμούσαμε χαρακτηρίζοντας τες μέχρι και…υπανάπτυκτες.
Έτσι η Κροατία (που το 2019 βρισκόταν κάτω από την Ελλάδα!) και η Ρουμανία κινούνται πλέον στο 78% του μέσου όρου της ΕΕ δηλαδή 10 μονάδες πάνω από εμάς, η Σλοβενία στο 91 και η Κύπρος στο 98, πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η σύγκριση με χώρες που μέχρι πριν 6-7 χρόνια ήταν στα ίδια επίπεδα ή και κάτω από εμάς είναι ενδεικτική της τραγικής επίδοσης της Ελλάδας στον τομέα της αγοραστικής δύναμης. Αυτές συγκλίνουν με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και η Ελλάδα αποκλίνει συνεχώς και το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτό συμβαίνει με τη δημοσιονομική κατάσταση και τους βασικούς οικονομικούς δείκτες να βελτιώνονται.
Το εισόδημα τελειώνει στις 18 του μήνα
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που με βάση τα ευρήματα της ετήσιας έρευνάς του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ, που αναφέρεται στο εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις λειτουργούν σωρευτικά και εξαντλούν τις αντοχές των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία η επάρκεια του εισοδήματος στην Ελλάδα καταγράφει με έξι στα δέκα νοικοκυριά να δηλώνουν ότι το μηνιαίο τους εισόδημα δεν φτάνει έως το τέλος του μήνα και να επαρκεί, κατά μέσο όρο, μόλις για 18 ημέρες.
Πάνω από τα μισά νοικοκυριά αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και για βασικές ανάγκες, ενώ η αδυναμία αποταμίευσης είναι σχεδόν καθολική. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα συνεχίζει να συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, οδηγώντας σε περιορισμό δαπανών για ψυχαγωγία και ένδυση.
Παράλληλα, οι ανισότητες παραμένουν έντονες, με τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά να αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ η απαισιοδοξία για το μέλλον ενισχύεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, αξιολογούνται ως ανεπαρκή τα υφιστάμενα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας και προτάσσονται λύσεις δομικού χαρακτήρα, όπως η αύξηση των μισθών, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και ο έλεγχος των τιμών, που ενισχύουν ουσιαστικά το εισόδημα και την οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών.














