Το επόμενο μεγάλο στοίχημα της στεγαστικής πολιτικής βάζει μπροστά η κυβέρνηση με το «Σπίτι μου 3», επιχειρώντας αυτή τη φορά να προσαρμόσει το πρόγραμμα στη νέα πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει το ράλι των τιμών στην αγορά κατοικίας.
Το νέο πρόγραμμα, προϋπολογισμού 2 δισ. ευρώ, το οποίο προανήγγειλε από τη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, έρχεται με σημαντικά διευρυμένα όρια σε σχέση με τους προηγούμενους κύκλους. Η βασικότερη αλλαγή αφορά την αξία του ακινήτου, η οποία ανεβαίνει έως τις 300.000 ευρώ από 250.000 ευρώ, ανοίγοντας ουσιαστικά την περίμετρο των κατοικιών που θα μπορούν να χρηματοδοτηθούν.
Δεν πρόκειται για μια τυχαία αλλαγή. Στα προηγούμενα προγράμματα αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές, παρά το γεγονός ότι πληρούσαν τα εισοδηματικά και ηλικιακά κριτήρια, δυσκολεύονταν να βρουν ακίνητο που να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες τους και στους περιορισμούς της δράσης.
Ανεβαίνουν ηλικία, δάνειο και αξία ακινήτου
Το «Σπίτι μου 3» αναμένεται να υλοποιηθεί μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και ο σχεδιασμός προβλέπει σημαντική διεύρυνση των κριτηρίων.
Το ηλικιακό όριο ανεβαίνει έως τα 55 έτη από τα 50, ενώ το ανώτατο ύψος του δανείου αυξάνεται στα 230.000 ευρώ από 190.000 ευρώ. Η χρηματοδότηση θα μπορεί να καλύπτει έως και το 90% της αξίας του ακινήτου.
Αλλαγές προβλέπονται και στα εισοδηματικά κριτήρια για τις οικογένειες, καθώς η προσαύξηση του οικογενειακού εισοδηματικού ορίου ανά παιδί ανεβαίνει στις 7.000 ευρώ από 5.000 ευρώ. Παράλληλα, αυξάνονται τα επιτρεπόμενα τετραγωνικά μέτρα για τις οικογένειες με περισσότερα από τέσσερα παιδιά.
Ο στόχος είναι μέσω του νέου κύκλου να αποκτήσουν πρώτη κατοικία περίπου 15.000 έως 20.000 νοικοκυριά, με ιδιαίτερη έμφαση στους νέους και στα νέα ζευγάρια.
Τι έδειξε το «Σπίτι μου 2»
Η αφετηρία για τον σχεδιασμό του τρίτου προγράμματος είναι και η εμπειρία του «Σπίτι μου 2».
Στον δεύτερο κύκλο εγκρίθηκαν 15.097 δάνεια συνολικής αξίας 1,82 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 94,5% του προϋπολογισμού του προγράμματος. Από αυτά, 14.114 κατέληξαν σε υπογεγραμμένες δανειακές συμβάσεις, συνολικού ύψους 1,54 δισ. ευρώ.
Το μέσο δάνειο διαμορφώθηκε στα 120.400 ευρώ, ενώ η μέση εμπορική αξία των κατοικιών που αγοράστηκαν ήταν 152.100 ευρώ. Το μέσο ακίνητο είχε επιφάνεια 88,5 τετραγωνικών μέτρων.
Τα μεγέθη αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για το «Σπίτι μου 3», καθώς δείχνουν ότι η αύξηση του ανώτατου δανείου στα 230.000 ευρώ και της επιτρεπόμενης αξίας στις 300.000 ευρώ δημιουργεί σαφώς μεγαλύτερο πεδίο επιλογών για τους δικαιούχους.
Η μεγάλη δυσκολία παραμένει: Πού θα βρεθούν τα σπίτια;
Το πραγματικό τεστ, ωστόσο, για το νέο πρόγραμμα δεν βρίσκεται μόνο στα κριτήρια χρηματοδότησης. Βρίσκεται στην ίδια την αγορά.
Οι τιμές κατοικίας εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα και σε αρκετές περιοχές της Αθήνας έχουν πλέον απομακρυνθεί σημαντικά από τα επίπεδα στα οποία βρίσκονταν όταν ξεκίνησαν τα πρώτα προγράμματα στεγαστικής στήριξης. Σύμφωνα με το Market Report της Engel & Völkers Ελλάδας, στο Κολωνάκι η μέση τιμή πώλησης το 2026 έχει φτάσει τα 6.086 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, καταγράφοντας ετήσια άνοδο 9,5%, ενώ στο Σύνταγμα βρίσκεται στα 5.638 ευρώ, με αύξηση 13,8%.
Ακόμη και σε περισσότερο προσιτές περιοχές, όμως, ο πήχης έχει ανέβει. Στο Γκύζη η μέση τιμή βρίσκεται στα 2.590 ευρώ ανά τετραγωνικό, στους Αμπελόκηπους στα 2.990 ευρώ και στα Πετράλωνα στα 2.763 ευρώ. Στην Κυψέλη οι τιμές κινούνται μεταξύ 1.900 και 3.000 ευρώ ανά τετραγωνικό και στα Ιλίσια μεταξύ 2.500 και 3.500 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι μια κατοικία 90 τετραγωνικών μέτρων στους Αμπελόκηπους, με βάση τη συγκεκριμένη μέση τιμή, προσεγγίζει ήδη τις 270.000 ευρώ. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του λόγου για τον οποίο το όριο των 250.000 ευρώ των προηγούμενων προγραμμάτων είχε αρχίσει να γίνεται ασφυκτικό για αρκετούς ενδιαφερόμενους.
Το διπλό στοίχημα του νέου προγράμματος
Το «Σπίτι μου 3» έρχεται επομένως να λύσει τη μία πλευρά της εξίσωσης: να δώσει μεγαλύτερη χρηματοδοτική δυνατότητα και περισσότερες επιλογές στους δικαιούχους.
Η άλλη πλευρά, όμως, αφορά την προσφορά κατοικιών. Και εκεί βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της στεγαστικής κρίσης. Όσο περισσότερα νοικοκυριά αποκτούν πρόσβαση σε χρηματοδότηση χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα ο αριθμός των διαθέσιμων κατοικιών, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση σε μια ήδη «σφιχτή» αγορά.
Γι’ αυτό και η επιτυχία του προγράμματος των 2 δισ. ευρώ δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα δάνεια θα εγκριθούν. Θα κριθεί κυρίως από το εάν οι 15.000 έως 20.000 δυνητικοί αγοραστές θα μπορέσουν πράγματι να βρουν το σπίτι που αναζητούν, στην περιοχή που θέλουν και σε τιμή που να μπορούν τελικά να πληρώσουν.
Πηγή: newsbeast.gr












