Οι τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν ιδιαίτερα ακριβό χειμώνα, με το ενεργειακό κόστος να πιέζει ταυτόχρονα τη θέρμανση, τις μετακινήσεις και τους λογαριασμούς ρεύματος. Η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνει την ανησυχία ότι το διεθνές ράλι δεν θα είναι πρόσκαιρο, μεταφέροντας το βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς λίγο πριν αρχίσει η περίοδος θέρμανσης.
Με το Brent να κλείνει χθες στα 106 δολάρια το βαρέλι, το πετρέλαιο θέρμανσης αναμένεται να ξεκινήσει στις 15 Οκτωβρίου κοντά στα 1,80-1,90 ευρώ το λίτρο, από περίπου 1,10 ευρώ πέρυσι. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 64-70% η οποία απειλεί να κάνει την πρώτη προμήθεια του χειμώνα απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης στις 13 Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε στα 2,149 ευρώ το λίτρο και του ντίζελ κίνησης στα 2,108 ευρώ, διατηρώντας την πίεση σε οδηγούς, μεταφορές και επιχειρήσεις. Το ενεργειακό ντόμινο επεκτείνεται πλέον σε όλη την οικονομία: από το κόστος θέρμανσης και τις μετακινήσεις έως την παραγωγή, τη μεταφορά προϊόντων και, τελικά, τις τιμές στο ράφι.
Ακριβό αέριο, ακριβότερο ρεύμα
Την ίδια στιγμή, η τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο συναλλαγών TTF έκλεισε χθες κοντά στα 82 ευρώ ανά μεγαβατώρα, προαναγγέλλοντας έναν πολύ ακριβότερο χειμώνα και για τα νοικοκυριά που θερμαίνονται με αέριο. Με βάση τις σημερινές τιμές, η επιβάρυνση σε σχέση με πέρυσι εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τουλάχιστον το 40%. Το ακριβό αέριο μεταφέρεται αναπόφευκτα και στην ηλεκτροπαραγωγή. Για σήμερα, 15 Σεπτεμβρίου, η τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας διαμορφώνεται στα 170,25 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 186,76 ευρώ χθες. Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση, η αγορά παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα ανοδικό σερί εξαιρετικά υψηλών τιμών.
Η μέση τιμή του Σεπτεμβρίου κινείται ήδη γύρω στα 160 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 20% υψηλότερα από τον Αύγουστο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή από αρκετές ευερωπαϊκές αγορές, όμως αυτό δεν αναιρεί την πίεση που δημιουργείται στη λιανική. Εάν οι τιμές του φυσικού αερίου και της χονδρεμπορικής παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, οι προμηθευτές δύσκολα θα αποφύγουν ανατιμήσεις στα κυμαινόμενα, «πράσινα» τιμολόγια των επόμενων μηνών.
Η καμπάνα για το LNG
Στον ήδη επιβαρυμένο λογαριασμό προστίθεται και η ανησυχία για την επόμενη ημέρα του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Επιχειρηματίες του κλάδου, προειδοποιούν ότι η επικείμενη πλήρης απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση και να ωθήσει περαιτέρω τις τιμές προς τα πάνω.
Όπως επισήμανε ο επικεφαλής της Metlen Ευάγγελος Μυτιληναίος την περασμένη εβδομάδα στο Bloomberg, η κατάσταση στην αγορά LNG γίνεται ολοένα πιο κρίσιμη και αρχίζει να θυμίζει τις συνθήκες που επικρατούσαν στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023, όταν κορυφώθηκε η προηγούμενη ενεργειακή κρίση.
Η προειδοποίηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς κυβερνήσεις και επιχειρήσεις περιόρισαν τις αγορές φυσικού αερίου το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές αποθήκες να βρίσκονται σήμερα μόλις στο 67% της χωρητικότητάς τους. Η Ευρώπη καλείται πλέον να εξασφαλίσει σημαντικές πρόσθετες ποσότητες ενόψει του χειμώνα, σε μια αγορά όπου η Μέση Ανατολή διατηρεί το πετρέλαιο και το LNG υπό διαρκή γεωπολιτική πίεση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, αναλυτές δεν αποκλείουν οι ευρωπαϊκές τιμές να υπερβούν εκ νέου τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ένα τέτοιο σενάριο θα επιβάρυνε όχι μόνο τους λογαριασμούς των νοικοκυριών, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η πίεση από τη Σαουδική Αραβία
Στο φόντο του νέου γύρου ανατιμήσεων βρίσκεται η περιορισμένη λειτουργία του αγωγού Ανατολής–Δύσης της Σαουδικής Αραβίας, μετά το πρόσφατο πλήγμα σε κρίσιμη εγκατάσταση. Ο αγωγός είναι η βασική εναλλακτική οδός για τη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς τα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας, όταν η διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ καθίσταται επισφαλής.
Πηγή: protothema.gr













