To ξήλωμα της συμμορίας ξεκίνησε από μια καταγγελία για τράφικινγκ και πλέον οδηγεί σε ένα από τα πλέον πολυπρόσωπα συνδικάτα εγκλήματος με 149 ταυτοποιημένα μέλη, πρόσωπα φαντάσματα, αλλά και άλλους που πλέον έχουν αποβιώσει. Στον στενό κύκλο των συνεργάτων του Γιαννακόπουλου βρίσκεται ο γιος του, μια γυναίκα που μιλούσε αντί του boss, ενώ ο πρώην συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ- ΔΕΗ Ρίζος Ρίζος περιγράφεται ως ένα από τα πρόσωπα του κύκλου των εμφανιζόμενων ως συνεταίρων σε εταιρείες του Γιαννακόπουλου ή «Νεκτάριου Γαρίδα», ή «Φάνη» ή «Ζώη» ή «Μεγάλου» ή «Daddy. Η δικογραφία περιγράφει μαφιόζικα επεισόδια στα οποία εμπλέκεται ακόμη και ο διαβόητος «Εντικ» ή «Φωνή, ενώ στα επόμενα βήματα ελέγχονται επτά στελέχη δημοσίων υπηρεσιών (όπως ο ΕΦΚΑ, ΔΟΥ και Επιθεώρηση Εργασίας) με τα οποία συνομιλούσαν μέλη του κυκλώματος και στα οποία έκαναν δώρα (“κραγιονάκια”, αναφέρουν χαρακτηριστικά), αξίας ανάλογης της «εξυπηρέτησης» προς το κύκλωμα. Στο κύκλωμα πάντως, κατηγορείται για συμμετοχή εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός γυναικών, αφού είναι συνολικά 55!
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας που σχημάτισε το ελληνικό FBI μετά από πολύμηνη έρευνα, εκτός από τους 58 συλληφθέντες (42 στην Αττική, 15 στη Ρόδο και εντός στη Μύκονο) έχουν ταυτοποιηθεί άλλοι 89 κατηγορούμενοι για συμμετοχή στο κύκλωμα. Παράλληλα εντοπίστηκαν 13 ανύπαρκτα πρόσωπα με πλαστά ευρωπαϊκά έγγραφα και 6 που έχουν ήδη αποβιώσει. Τα αδικήματα που βαρύνουν, κατά περίπτωση, τους εμπλεκόμενους είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και αφορούν συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, διακεκριμένη απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, του e-ΕΦΚΑ και Ο.Τ.Α., διακεκριμένη φοροδιαφυγή, πλαστογραφία, μη καταβολή χρεών και ασφαλιστικών εισφορών, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος), καθώς και —για επιμέρους μέλη— μαστροπεία, ληστεία και παραβάσεις των νόμων περί όπλων και μεταναστευτικού κώδικα.
Από την καταγγελία για trafficking στην αποκάλυψη της οικονομικής αυτοκρατορίας
Η αντίστροφη μέτρηση για την εξάρθρωση της οργάνωσης ξεκίνησε στις 14 Ιανουαρίου 2026, όταν περιήλθε στο οργανωμένο έγκλημα καταγγελία για κύκλωμα που φερόταν να στρατολογεί αλλοδαπές γυναίκες από χώρες του εξωτερικού με ψευδείς υποσχέσεις εργασίας ως «χορεύτριες» και, στη συνέχεια, να τις εξωθεί στην πορνεία σε νυχτερινά καταστήματα (strip clubs), παρακρατώντας τα έσοδά τους για την αποπληρωμή δήθεν «χρέους» μεταφοράς τους στην Ελλάδα. Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας τέθηκαν σε εφαρμογή ειδικές ανακριτικές πράξεις (άρση απορρήτου επικοινωνιών με 19 διαδοχικά βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συγκαλυμμένη έρευνα και φυσική/τεχνική επιτήρηση).
Κατά την εξέλιξη όμως της έρευνας, σε συνεργασία με την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και την Α.Α.Δ.Ε., οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. βρέθηκαν μπροστά σε έναν γιγαντιαίο μηχανισμό συστηματικής οικονομικής εξαπάτησης του Δημοσίου και του e-ΕΦΚΑ, ο οποίος λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2016. Στη δικογραφία συσχετίστηκαν επίσης τρεις δικογραφίες της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου και μία του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Στο πλαίσιο του οικονομικού ελέγχου, οι αρχές ανέλυσαν τις κινήσεις τουλάχιστον 520 τραπεζικών λογαριασμών που ανήκαν σε περισσότερα από 300 φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Το «μοντέλο» των 340 αναλώσιμων εταιρειών και η ζημία των 95,5 εκατ. ευρώ
Όπως περιγράφεται αναλυτικά στη δικογραφία, η οργάνωση είχε στήσει ένα πλέγμα που ξεπερνούσε τις 340 αλληλοσυνδεόμενες «αναλώσιμες» εταιρείες (Μονοπρόσωπες Ι.Κ.Ε., Ε.Ε., Ο.Ε., Ε.Π.Ε. και Α.Ε.), οι οποίες εκμεταλλεύονταν καταστήματα υψηλής εμπορικής προβολής και μεγάλου τζίρου. Η μεθοδολογία («modus operandi») που φέρεται να ακολουθούσε το κύκλωμα βασιζόταν στην εξής κυκλική διαδικασία:
• Κάθε κατάστημα (αρτοποιείο, εστιατόριο, beach bar ή νυχτερινό κέντρο) λειτουργούσε υπό συγκεκριμένο κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα (brand) .
• Το ακίνητο του εκάστοτε καταστήματος μισθωνόταν αρχικά μακροχρόνια είτε από το φερόμενο ως αρχηγικό μέλος είτε από ενδιάμεση εταιρεία του δικτύου και στη συνέχεια υπεκμισθωνόταν στην εκάστοτε λειτουργούσα εταιρεία.
• Η εταιρεία που λειτουργούσε το κατάστημα τοποθετούσε ως νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή έναν «αχυράνθρωπο» (μπροστινό) και σταματούσε συστηματικά να αποδίδει Φ.Π.Α., φόρο εισοδήματος, παρακρατούμενους φόρους μισθωτών (Φ.Μ.Υ.), ασφαλιστικές εισφορές στον e-ΕΦΚΑ, επιστρεπτέες προκαταβολές, αλλά και μισθώματα παραχώρησης αιγιαλού και παραλιών προς τους Δήμους και την ΕΤΑΔ.
• Μόλις τα βεβαιωμένα χρέη της εταιρείας διογκώνονταν και επίκειντο αναγκαστικά μέτρα είσπραξης ή δεσμεύσεις, η εταιρεία εγκαταλειπόταν ή τίθετο σε λύση/εκκαθάριση και αυθημερόν την εκμετάλλευση του ίδιου ακριβώς καταστήματος, με την ίδια ταμπέλα, τον ίδιο εξοπλισμό, τους ίδιους προμηθευτές και το ίδιο προσωπικό, αναλάμβανε μια νέα «καθαρή» εταιρεία με άλλον «αχυράνθρωπο», χωρίς ο πελάτης να αντιλαμβάνεται την παραμικρή αλλαγή.
Τα ιλιγγιώδη οικονομικά μεγέθη
Τα οικονομικά μεγέθη που αποτυπώνονται στη δικογραφία είναι ιλιγγιώδη:
• Βασική ληξιπρόθεσμη ζημία (άνευ προσαυξήσεων): 76.960.295,42 ευρώ, εκ των οποίων 38.177.451,83 ευρώ προς τη Φορολογική Διοίκηση/Δημόσιο (21,77 εκατ. ευρώ από Φ.Π.Α., 6,55 εκατ. ευρώ από φόρο εισοδήματος, 4,11 εκατ. ευρώ από Φ.Μ.Υ., 593.228 ευρώ από επιστρεπτέες προκαταβολές, 763.538 ευρώ από μισθώματα παραλιών σε Ο.Τ.Α. κ.ά.) και 38.782.843,59 ευρώ προς τον e-ΕΦΚΑ από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές.
• Αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη (2020–2025): Από δειγματοληπτικό έλεγχο της Δ.Α.Ο.Ε. σε επιχειρήσεις της Αττικής (clubs), της Μυκόνου και της Ρόδου προέκυψε επιπλέον απόκρυψη εκτιμώμενων καθαρών κερδών ύψους 30.519.402,73 ευρώ και μη απόδοση φορολογητέων εκροών ύψους 43.295.172,62 ευρώ. Επιπλέον, ερευνάται υπόθεση απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. και του Δημοσίου για επιχορήγηση ύψους 684.517,80 ευρώ (επί επένδυσης 1,24 εκατ. ευρώ) προς εταιρεία στη Λάρισα.
Ο «Μεγάλος», το στρατηγείο στη Λεωφόρο Κηφισού και η ιεραρχία
Στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας της οργάνωσης, η δικογραφία τοποθετεί ως διευθύνοντα τον Άγγελο Γιαννακόπουλο (γνωστό στις συνομιλίες των μελών με τα προσωνύμια «Μεγάλος», «Daddy», «Φίλος», «Αφεντικό», «Boss» ή «Φάνης»). Όπως αναφέρεται στην αναφορά της ΕΛ.ΑΣ., ο Γιαννακόπουλος, με παρουσία στον χώρο των αρτοποιείων και της εστίασης από το 1996, φέρεται να είχε τον απόλυτο έλεγχο του δικτύου, λαμβάνοντας όλες τις στρατηγικές αποφάσεις χωρίς το όνομά του να εμφανίζεται στη διοίκηση των «αναλώσιμων» εταιρειών.
Για να δικαιολογεί τη φυσική του παρουσία στα καταστήματα και τις χρηματικές ροές προς τον ίδιο, εμφανιζόταν στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» από το 2017 έως το 2026 ως απλός μισθωτός σε διάφορες εταιρείες του δικτύου —άλλοτε ως υπάλληλος φύλαξης, εργάτης αρτοποιίας, ταμίας ή μάγειρας σε εστιατόρια της Μυκόνου, και άλλοτε ως «διευθυντικό στέλεχος» (ώστε, όπως καταγράφηκε σε τηλεφωνική συνομιλία με λογιστικό γραφείο, να εξαιρείται από την υποχρέωση χτυπήματος ψηφιακής κάρτας εργασίας σε περίπτωση ελέγχου).
Παράλληλα, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, χρησιμοποιούσε έξι διαφορετικές τηλεφωνικές συνδέσεις καταχωρημένες σε «αχυρανθρώπους» ή εταιρείες-βιτρίνες («πακιστανικά» τηλέφωνα), ενώ όταν καλούνταν στις συνδέσεις αυτές από τρίτους ή ακόμα και από αστυνομικό της Δ.Α.Ο.Ε. (στις 30/04/2026), συστηνόταν με ψευδώνυμα όπως «Νεκτάριος Γαρίδας», «Ζώης» ή «Φάνης».
Ως «Κεντρικό Γραφείο – Στρατηγείο» της οργάνωσης λειτουργούσε διώροφο κτιριακό συγκρότημα άνω των 3.000 τ.μ. επί της Λεωφόρου Κηφισού στο Περιστέρι, στον 1ο όροφο του οποίου υπήρχε ιδιαίτερο γραφείο αποκλειστικής χρήσης του Άγγελου Γιαννακόπουλου. Το κτίριο είχε μισθωθεί από εταιρεία και υπεκμισθωνόταν σε δεκάδες εταιρείες του κυκλώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026, αντιλαμβανόμενα προφανώς τον κλοιό των ερευνών, τα μέλη της οργάνωσης προχώρησαν σε μαζικές, ταυτόχρονες λύσεις μισθώσεων και εκκαθαρίσεις εταιρειών που στεγάζονταν στο συγκεκριμένο κτίριο.













