Στην επίσημη εκκίνηση της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση προχωρά σήμερα, Δευτέρα (2/2), ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μέσω τηλεοπτικού μηνύματος, σύμφωνα με πληροφορίες από το κυβερνητικό περιβάλλον. Ο πρωθυπουργός ανοίγει τη συζήτηση και τα χαρτιά του για κρίσιμα άρθρα του Συντάγματος, έχοντας μπει πλέον στο προεκλογικό 2026 και οδεύοντας προς τις εκλογές, που σύμφωνα με την κυβέρνηση θα γίνουν το 2027, επιζητώντας συναινέσεις.
Ο Κυρ. Μητσοτάκης έχει μάλιστα και προγραμματισμένη συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και τον Αλέξη Παπαχελά το βράδυ, στην οποία αναμένεται να τοποθετηθεί σχετικά. Νωρίτερα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης στη σημερινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών θα παρουσιάσει τον «οδικό χάρτη» με το σκεπτικό της κυβερνητικής πλειοψηφίας, τις προτεραιότητες, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα.
Η αριθμητική των συναινέσεων
Η παρούσα Βουλή είναι η προτείνουσα και το εύρος των πλειοψηφιών που θα διαμορφωθούν τώρα καθορίζει τον βαθμό δυσκολίας της αναθεώρησης στην επόμενη. Διατάξεις που θα συγκεντρώσουν 180 ψήφους μπορούν να αναθεωρηθούν με 151 από την επόμενη Βουλή, ενώ όσες ψηφιστούν με απλή πλειοψηφία απαιτούν 180 «ναι» στο επόμενο Κοινοβούλιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση θέτει ως στόχο να εξασφαλίσει αυξημένες πλειοψηφίες από την πρώτη φάση. Όπως σημείωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «χωρίς συναίνεση, δεν υπάρχει Συνταγματική Αναθεώρηση», υπογραμμίζοντας ότι η στάση των κομμάτων θα αποτελέσει πεδίο πολιτικής αξιολόγησης ενόψει εκλογών.
Το άρθρο 86 στο επίκεντρο της κοινωνικής απαίτησης
Κεντρική θέση στη συζήτηση καταλαμβάνει το άρθρο 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών, ένα ζήτημα που, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, απασχολεί έντονα την κοινωνία. Παρά τις κατά καιρούς τροποποιήσεις, παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι το υφιστάμενο πλαίσιο οδηγεί σε ατιμωρησία πολιτικών προσώπων, καθώς η Βουλή λειτουργεί ως φίλτρο που σπανίως επιτρέπει τη δικαστική διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων.
Η κυβερνητική στόχευση δεν είναι η πλήρης κατάργηση της διάταξης, αλλά η ουσιαστική αποδυνάμωση του ρόλου της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη διαδικασία. Στο τραπέζι βρίσκεται η πρόταση για τη δημιουργία γνωμοδοτικού οργάνου από ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς, που θα κρίνουν εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραπομπή στο δικαστικό συμβούλιο.
Δικαιοσύνη και θεσμική ανεξαρτησία
Άρθρο αιχμής θεωρείται και το άρθρο 90, που αφορά τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η σημερινή διαδικασία, μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου, έχει επανειλημμένα δεχθεί κριτική ότι ενισχύει την αίσθηση εξάρτησης της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία. Η αναθεώρησή του αποτελεί διαχρονικό αίτημα, το οποίο έχει θέσει και το ΠΑΣΟΚ, γεγονός που το καθιστά πιθανό πεδίο συνεννόησης.
Δημόσιο, αξιολόγηση και μονιμότητα
Στον κατάλογο των προτεινόμενων αλλαγών περιλαμβάνεται και το άρθρο 103, με την κυβέρνηση να επιδιώκει τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο και τη σύνδεσή της με τη μονιμότητα. Το Μαξίμου επιχειρεί να παρουσιάσει την πρόταση ως εγγύηση αποτελεσματικότητας του κράτους, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας της προστασίας των δημοσίων υπαλλήλων, γνωρίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για ένα από τα πιο πολιτικά φορτισμένα ζητήματα.
Πανεπιστήμια, περιβάλλον και Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Σημαντικές αλλαγές προτείνονται και στο άρθρο 16, με τη συνταγματική πλέον καθιέρωση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, καθώς και στο άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος και τη χωροταξία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο άρθρο 30 για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να επαναφέρει την πρόταση για μία και μοναδική εξαετή θητεία, ώστε να αποσυνδεθεί η εκλογή του από διαρκείς κομματικούς κύκλους αντιπαράθεσης.
ΠΑΣΟΚ, 180 ψήφοι και πολιτική πίεση
Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη επιλεγεί ως ο βασικός συνομιλητής της κυβέρνησης στον πρώτο γύρο της συζήτησης. Το Μέγαρο Μαξίμου απευθύνεται στη Χαριλάου Τρικούπη όχι μόνο λόγω αριθμητικής, αλλά και επιχειρώντας να επενδύσει στην εικόνα θεσμικής σοβαρότητας, ασκώντας ταυτόχρονα πίεση σε ένα κεντρώο και μετριοπαθές ακροατήριο.
Όπως καθιστούν σαφές κυβερνητικές τοποθετήσεις, η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως θεσμική διαδικασία, αλλά και ως πολιτικό πεδίο στο οποίο, αναπόφευκτα, θα «μετρηθούν» τα κόμματα ως προς τη διάθεσή τους για συναινέσεις και μεταρρυθμίσεις.
Το χρονοδιάγραμμα και το πολιτικό διακύβευμα
Τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να κατατεθούν οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας, ώστε να ξεκινήσει την άνοιξη ο κύκλος της προαναθεωρητικής συζήτησης στη Βουλή. Σε μια περίοδο όπου η πολιτική αντιπαράθεση οξύνεται, η κυβέρνηση επιχειρεί να αναδείξει τη Συνταγματική Αναθεώρηση ως το κεντρικό θεσμικό στοίχημα της επόμενης περιόδου — και, ταυτόχρονα, ως βασικό άξονα του πολιτικού αφηγήματος ενόψει εκλογών.











