Η συχνότερη εκσπερμάτιση ενδέχεται να συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας του σπέρματος, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, η οποία δείχνει ότι το σπέρμα επιβαρύνεται όσο παραμένει περισσότερο χρόνο στο σώμα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσο μεγαλύτερο ήταν το διάστημα αποχής από τη σεξουαλική δραστηριότητα, τόσο περισσότερα σημάδια φθοράς εμφάνιζε το σπέρμα, όπως βλάβες στο DNA και αυξημένο οξειδωτικό στρες. Παράλληλα, καταγράφηκε χαμηλότερη κινητικότητα και συνολικά μειωμένη βιωσιμότητα.
Η μελέτη, με επικεφαλής τον βιολόγο Κρις Σανγκβί από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, βασίστηκε σε μετα-ανάλυση 115 ερευνών που αφορούσαν σχεδόν 55.000 άνδρες, καθώς και 56 μελετών σε 30 είδη ζώων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σπέρμα τείνει να υποβαθμίζεται όσο αποθηκεύεται στον οργανισμό, ανεξαρτήτως ηλικίας.
Τα ευρήματα αυτά ενδέχεται να επηρεάσουν τις πρακτικές στις μονάδες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς μέχρι σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά αποχή από εκσπερμάτιση για διάστημα δύο έως επτά ημερών πριν από εξετάσεις σπέρματος ή διαδικασίες εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ωστόσο, οι οδηγίες αυτές στοχεύουν κυρίως στη μέγιστη ποσότητα σπέρματος και όχι απαραίτητα στην καλύτερη ποιότητα.
Όπως επισημαίνει ο Σανγκβί, η παρατεταμένη αποχή μπορεί να οδηγεί σε υποβάθμιση της ποιότητας, γεγονός που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο από τους γιατρούς όσο και από τα ζευγάρια που επιδιώκουν τεκνοποίηση.
Σε κλινική δοκιμή με 453 ζευγάρια, διαπιστώθηκε ότι τα ποσοστά εγκυμοσύνης ήταν υψηλότερα (46%) όταν οι άνδρες είχαν αποχή μικρότερη των δύο ημερών, σε σύγκριση με 36% όταν η αποχή διαρκούσε από δύο έως επτά ημέρες.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η ισορροπία μεταξύ ποσότητας και ποιότητας είναι κρίσιμη, καθώς η πολύ σύντομη αποχή μπορεί να σημαίνει λιγότερο ή λιγότερο ώριμο σπέρμα, ενώ η πολύ μεγάλη αποχή σχετίζεται με μεγαλύτερη φθορά.
Ειδικοί στον τομέα της ανδρολογίας σημειώνουν ότι σε διαδικασίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση, η ποιότητα του σπέρματος μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα, καθώς ακόμη και μικρός αριθμός σπερματοζωαρίων μπορεί να είναι επαρκής.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η σύσταση για αποχή δύο έως επτά ημερών παραμένει σημαντική για διαγνωστικές εξετάσεις, προκειμένου τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα μεταξύ διαφορετικών εργαστηρίων.
Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η παρατεταμένη αποχή δεν είναι πάντα η καλύτερη επιλογή, και ότι απαιτείται μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση ανάλογα με τον στόχο – είτε πρόκειται για διάγνωση είτε για επίτευξη εγκυμοσύνης.













